Καλώς Ήλθατε!

Επιθυμία μου είναι να συγκεντρωθούν σε αυτό το ιστολόγιο ερασιτέχνες δημιουργοί, για να επιβεβαιώσουν την αλήθεια τους μες τη ζωή! Διότι οι τέχνες και ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με τη γραφή, είναι μια μορφή εξομολόγησης στον ίδιο σου τον Εαυτό!

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Ακόμη ένας κακός λύκος! (Η εξομολόγηση)

Αλήθεια γνωρίζετε το παραμύθι με τον κακό λύκο; Όχι εκείνα τα γνωστά, που συνηθίζονταν να διηγούνται κάποτε, οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, πριν την αυγή της τεχνολογίας, στα εγγόνια τους για να τα πάρει ο ύπνος. Οι μεσαιωνικοί μύθοι είναι γνωστό, πως φρόντιζαν να διδάξουν στα παιδιά, τους κινδύνους του κόσμου. Ας μην τα πολυλογώ και ας αφηγηθώ την ιστορία.
          Ήταν κάποτε ένας πεινασμένος λύκος, που η πείνα του στα μέσα του χειμώνα τον είχε κάνει να υποφέρει. Είχε αδυνατίσει αρκετά, ώστε τον τελευταίο καιρό το δέρμα της κοιλιάς του είχε κρεμάσει, και τα πόδια του είχαν αποδυναμωθεί τόσο, που με δυσκολία βάδιζε. Σε αυτό οφείλονταν πως ήταν ένας γέρικος λύκος, που τον είχε εγκαταλείψει η αγέλη του στην μοίρα του, διότι δεν μπορούσε πλέον να τους προσφέρει κάτι. Και ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς, για να κατορθώσει να επιβιώσει. Στο βουνό που περιφέρονταν μάταια, προσμένοντας μονάχα το θάνατό του, κάποια στιγμή φάνηκαν δύο άνδρες, που προφανώς τους άρεσε η άγρια φύση. Ο λύκος αποφάσισε να τους στήσει ενέδρα τη νύχτα, ενώ παρακολουθούσε υπομονετικά, την πεζοπορία τους, πίσω από κάθε χιονισμένο θάμνο. Όταν έφθασε η νύχτα, οι δύο άνδρες τοποθέτησαν τα πράγματα τους, μέσα στο άνοιγμα μιας μικρής σπηλιάς που είχαν βρει, και άναψαν στην είσοδο της μια πλούσια φωτιά, για να καταφέρουν να κοιμηθούν. Ο ύπνος όπως είχαν συμφωνήσει, θα γινόταν με βάρδιες, για περισσότερη ασφάλεια από την άγρια πανίδα. Ο λύκος αν και τρόμαξε στην αρχή, στη θέα της φωτιάς, δεν είχε άλλη επιλογή, από το να προσπαθήσει, ώστε να πεθάνει με την περηφάνια ενός λύκου. Καλύτερος θάνατος από την πείνα πάντως! Το όπλο που κρατούσε ο ξυπνητός άνδρας, είχε φοβίσει τον λύκο. Έχοντας όμως χάσει το κουράγιο, για να κυνηγήσει οτιδήποτε, ακόμη και έναν λαγό, αποφάσισε να συγκεντρώσει όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει, ρισκάροντας την ήδη τελειωμένη και ανέλπιδη ζωή του. Στην αρχή πλησίασε σιγανά, και κρύφτηκε πίσω από τον μοναδικό θάμνο, που υπήρχε κοντά στη σπηλιά. Προσπαθούσε να συγκρατήσει το ένστικτο, με μεγάλη δυσκολία, για να μην τους προειδοποιήσει με το άκουσμα του γρυλίσματος του. Παρατηρούσε τα μάτια εκείνου που κρατούσε σκοπιά, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα κλείσουν. Τελικά έγινε το θαύμα, και η κούραση του άνδρα από το μεγάλο του ταξίδι, έγινε η αφορμή για τη διακινδύνευση της ζωής του. Ο λύκος δεν έχασε ούτε στιγμή! Όρμησε πρώτα στο όπλο, το άρπαξε από το χέρι του, και το πέταξε μέσα στη φωτιά. Ο άνδρας τα έχασε! Εντωμεταξύ ξύπνησε και ο άλλος, αλαφιασμένος. Ο λύκος επιδεικνύοντας τα ακόμη κοφτερά του δόντια, κατόρθωσε τελικά να στριμώξει, υπό την επήρεια του φόβου, τον άνδρα που κρατούσε σκοπιά. Τότε συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Ο άλλος άνδρας, άρχισε να ρίχνει ευθύνες στον απειλούμενο, για την ανεπάρκεια, και την ανευθυνότητα στην υποχρέωση που είχε οικιοθελώς αναλάβει. <<Εσύ φταις!>> του είπε με αυστηρό τόνο. <<Αν δεν σε έπιανε ο ύπνος, ο λύκος δεν θα μας είχε επιτεθεί>>. <<Αναγνωρίζω το λάθος μου, αλλά να ξέρεις πως αυτή η κουβέντα δεν πρόκειται να μας σώσει τούτη τη στιγμή>> του απάντησε σχετικά ψύχραιμα, παρά την παρουσία του λύκου. Ο λύκος σάστισε! Αν και παρέμενε στη θέση του, γρυλίζοντας απειλητικά, του περνούσαν από το μυαλό, διάφορες σκέψεις. Όπως για παράδειγμα, το ποιος από τους δύο, αξίζει τελικά να φαγωθεί, παρά την πείνα του, που θα την θεράπευε με οποιονδήποτε.
          Ο φόβος των δύο ανδρών, έγινε η αφορμή για να ξεκαθαρίσουν το ποιοι είναι πραγματικά. Ο λύκος δίσταζε να ολοκληρώσει την επίθεσή του, επειδή είχε πάρει είδηση, ένα μαχαίρι που είχε πάνω του δεμένο, ο άλλος άνδρας. Εντωμεταξύ, ο άνδρας που είχε στριμώξει ο λύκος, προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο για να του ξεφύγει, αλλά ο άλλος άνδρας, προσπαθούσε ανεύθυνα, να κατευθύνει τη σκέψη του, με τον παραλογισμό του φόβου.
<<Δεν θα είχαμε έρθει εδώ πέρα, αν με είχες ακούσει>> του είπε με αυστηρό και απελπιστικό τόνο.
<<Σου είπα πως το καταφύγιο, είναι εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια. Δεν ξέρω τι θα βρίσκαμε εκεί μέσα, και μάλιστα πως θα το αντιμετωπίζαμε τη νύχτα>>. Του απάντησε με όση ηρεμία μπορούσε.
<<Προσποιείσαι πως είσαι έξυπνος; Ορίστε που μας οδήγησε η εξυπνάδα σου!>>. Συνέχιζε τον αυστηρό τόνο του, κάνοντας τον λύκο περισσότερο απειλητικό!
<<Προσπάθησε να ηρεμήσεις, εσύ μπορεί να τη γλιτώσεις, βρίσκεσαι σε πιο ευνοημένη θέση από εμένα>>.
<<Εκείνος που κάνει λάθη, πρέπει να είναι έτοιμος και για να τα πληρώνει>>
<<Καταλαβαίνεις τι λες; Συνετίσου και πέταξε μου εκείνο το μαχαίρι>> του είπε εκνευρισμένος, από την κυνική απάθεια του φίλου του.
<<Ορίστε πάρτο!>> Του είπε με περιφρονητικό ύφος, ενώ του πέταξε το μαχαίρι μαζί με τη θήκη, το οποίο το έπιασε αμέσως. Εκείνος έκανε όμως το λάθος, να προσπαθήσει να σώσει τον εαυτό του, και έκανε την κίνηση να φύγει. Τότε ο λύκος άφησε εκείνον που απειλούσε, και του όρμησε αρπάζοντας του το πόδι. Ο άνδρας βάλθηκε να εκλιπαρεί για τη ζωή του! <<Θεέ μου! Σε παρακαλώ σώσε με!>> ούρλιαζε αβοήθητος, αλλά ο άλλος άνδρας, έβγαλε το μαχαίρι από τη θήκη του, και κατάφερε να το καρφώσει στο λαιμό του λύκου, που είχε καταφέρει σχεδόν να του κόψει το πόδι. Ο λύκος και ο άνδρας, αιμόφυρτοι, είχαν βάψει το χιόνι με το αίμα τους. Μια ξαφνική απαρηγόρητη σιωπή, επέστρεψε ξανά στο δάσος, και ο άνδρας που κρατούσε το μαχαίρι, έτρεμε ξεσπώντας σε λυγμούς. <<Γιατί να μας συμβεί αυτό το κακό απόψε; Θα ειδοποιήσω με το κινητό την Ομάδα Διάσωσης, αλλά μάλλον θα αργήσει να έρθει. Δεν νομίζω να μας βρει εύκολα… ο λύκος είναι νεκρός!>> <<Αν είναι δυνατόν! Ο φίλος μου σκέφτεται τον λύκο!>> Είπε με αδύναμη φωνή ο αιμόφυρτος άνδρας, πριν τελικά λιποθυμήσει.
<<Σήμερα αποδείχθηκε πως η αγριότητα της φύσης, είναι σοφότερη από κάθε υποκριτικό φίλο>> Είπε με σιγανή φωνή, ενώ είχε σκύψει το κεφάλι του πάνω από τον λύκο που ψυχορραγούσε>> Ο λύκος τότε, σήκωσε ελάχιστα το κεφάλι του και τον έγλυψε στο πρόσωπο. Πέθανε τελικά περήφανος, όπως επιθυμούσε!

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Ένας ποιητής στο εκτελεστικό απόσπασμα!

Ο ποιητής βρίσκεται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν θέλησε τα μάτια να του κλείσουν, μήτε τα χέρια να του δέσουν. Για τελευταία του επιθυμία, δεν ζήτησε ένα καλό γεύμα. Και εφόσον ήταν αδύνατο, την τελευταία του στιγμή, να του κρατά το χέρι μια γυναίκα, από εκείνες που αγάπησε, και περιέγραψε στην ποίηση του, έκανε ίσως την πιο παράξενη παράκληση, προς τους εκτελεστές του. Τους είπε λοιπόν, αν αυτό ήταν εφικτό, να τον αφήσουν να απαγγείλει, ένα από τα ποιήματα του! Στην αρχή, όλοι τους, κοίταξαν αμήχανα ο ένας τον άλλο! Κατέληξαν να χαμογελούν διακριτικά, διότι λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης, δεν επιτρεπόταν, καμία λοξοδρόμηση του κυρίαρχου, αρνητικού συναισθήματος, ιδιαίτερα δε, στον μελλοθάνατο! Έπειτα, ο αξιωματικός του εκτελεστικού αποσπάσματος, με σοβαρό σταθερό ύφος, παρά την αμηχανία του, όπως των υπολοίπων, έδειξε να σκέφτεται για μερικά δευτερόλεπτα, αυτή την παράξενη τελευταία επιθυμία. Καθώς όμως, δεν είχε υπάρξει ανάλογο προηγούμενο, σε ανάλογες καταστάσεις, έδωσε τη διαταγή, να επιτραπεί στον παράξενο αυτόν ποιητή, να απαγγείλει το ποίημα του, ενώπιων των ασυνείδητων εκτελεστών του.
          Παράξενη παραγγελία, όντως! Και ιδιαίτερα προκλητική, θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω! Διότι όταν οι περισσότεροι άνθρωποι, που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση, δεν ζητούν τίποτε το ασυνήθιστο για το θάνατο τους, αυτό σημαίνει πως και η ζωή τους, κύλησε ιδιαίτερα κοινότυπα και μονότονα. <<Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε>> δηλαδή, όπως συνήθιζαν να λένε και οι αρχαίοι. Ιδού και το ΄΄γιατί΄΄, της προκλητικής του στάσης προς το θάνατο. Όπου θα μπορούσαμε, να την ερμηνεύσουμε ως εξής: Πως δηλαδή, οι περισσότεροι άνθρωποι, θα αποκαλούσαν τον ποιητή, εξαιτίας αυτής της ιδιαίτερης επιλογής του, τουλάχιστον φαντασμένο. Ξυπνώντας τους όμως, ζηλότυπα αισθήματα, ίσως ακόμη και ματαιόδοξο υπερόπτη! Βέβαια! Αλλά σε αυτή την περίπτωση, γίνεται σαφές, πως τους διαφεύγει μια σημαντική λεπτομέρεια: Πώς ο ήδη ανυψωμένος, τα ύψη δεν τα φοβάται! Και πως ακόμη, βρίσκεται εκεί, για να θυμίζει σε όλους, πως μπορούν κι εκείνοι, με την ανάλογη προσπάθεια, να τον φθάσουν. Αρκεί να θυμούνται, πως δεν είναι εκείνος. αυτό που πρέπει να φθάσουν, αλλά ο ίδιος τους ο εαυτός! Ο ποιητής, είναι απλώς η αφορμή. Μια ισχνή φιγούρα, που μόλις φαίνεται εκεί πάνω. Το κίνητρο δεν είναι βέβαια, η περιέργεια, για το ποιος βρίσκεται εκεί. Αλλά για το πώς φαίνεται ο κόσμος, από ένα τόσο μεγάλο ύψος! Αν μπορούσε ο ποιητής, να έλκει με αυτό το επιχείρημα, πλήθος κόσμου, τότε αυτός ο ευγενικός σκοπός, θα γινόταν ιερός, και μοναδική πρόκληση προς τη ζωή, και τα εκπληκτικά νοήματα της! Αλλά ο κόσμος, έμαθε να ζει βυθισμένος, στην σκοτεινιά της καχυποψίας! Δεν μπορεί να δει πέρα από τη μύτη του, κι ας λάμπει ο Ήλιος! Όμως αν το καλοσκεφτούμε, δεν ευθύνεται ο απλός κόσμος για αυτό.
          Υπάρχει ένα σύστημα αξιών, που το ακολουθεί πιστά σαν σκύλος, ζητώντας για αντάλλαγμα, τη ζωή του σκύλου! Υπάρχει κι εδώ όμως, ακόμη μια παγίδα! Ή θα ζήσεις σαν αδέσποτο σκυλί που υποφέρει, και τρέφεται με ότι βρει, ή θα είσαι ένας σκύλος, που θα τον φροντίζουν, και θα τον περιποιούνται, υπεύθυνα αφεντικά. Η ουσία είναι όμως, πως και πάλι σκύλος θα είσαι! Ο πρώτος δεν αντιδρά, επειδή έχει βυθιστεί μες την κατάθλιψη του, και ο δεύτερος, επειδή καλοπερνά υπερβολικά. Σημασία έχει πως και τα δύο είδη σκύλου, θα εξακολουθούν να υπάρχουν! Το σύστημα, αποδεικνύεται πως κάνει καλά τη δουλειά του, και πως θα συνεχίσει να βασιλεύει, επάνω στις συνειδήσεις των σκύλων! (Συνεχίζεται)
          Ξέχασα όμως να αναφέρω, το τι οδήγησε τον ποιητή, σε αυτή την δυσάρεστη κατάσταση. Ο ποιητής λοιπόν, ήταν ένας δραστήριος άνθρωπος. Του άρεσαν πολλά πράματα στη ζωή, και ως επί το πλείστον, αντιφατικά μεταξύ τους. Του άρεσε να διαβάζει ήσυχα στην εξοχή, τα αγαπημένα του βιβλία, και την ίδια ημέρα το βράδυ, να ακούει δυνατά την μουσική, στο μπαρ που είχε γίνει μόνιμος θαμώνας. Επίσης του άρεσαν τα ταξίδια, αλλά και οι στιγμές, που του επέτρεπαν να απολαμβάνει τη μοναξιά του, όπως μια πολύωρη πεζοπορία στο δάσος, ή το να γράφει δίπλα στη θάλασσα, εμπνεόμενος από τον φλοίσβο της. Ήταν σίγουρα διαφορετικός άνθρωπος, λίγο κυκλοθυμικός, με ευφάνταστο χιούμορ που δεν πρόσβαλε ποτέ, και ικανός ομιλητής, αν και κάπως φλύαρος. Ο ποιητής ήταν επίσης και λάτρης του ωραίου φύλου, παρά την παροδικότητα των λίγων σχέσεων του, που όπως ομολογούσε ο ίδιος, δεν οφείλονταν στην δική του συμπεριφορά, αλλά αποκλειστικά και μόνο στις λανθασμένες εντυπώσεις του. Σε γενικές γραμμές ήταν ειλικρινής, και έλεγε ψέμματα μόνο για να ξεφύγει από κάποια δύσκολη κατάσταση, αρκεί να μην πλήρωνε άλλος τα λάθη του. Ο ποιητής όμως, απέφευγε συστηματικά να κάνει επάγγελμα την τέχνη του. Αν και στην πραγματικότητα, το να θεωρήσεις επάγγελμα την ποιητική, ήταν κάτι το ακατόρθωτο, και ήταν ένας ακόμη λόγος, πέρα από τις ιδεολογικές του αντιλήψεις, για να μην ασχοληθεί με αυτόν τον τρόπο με την τέχνη του. Έτσι αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για να ζήσει, στις οποίες προσπαθούσε να τα ανταπεξέλθει, με την τιμιότητα και τον υπερβάλλοντα ζήλο που έδειχνε, όχι επειδή απολάμβανε την δουλειά, την οποία αναγκαζόταν να κάνει, αλλά εξαιτίας του αισθήματος της αλληλεγγύης, που αναπτυσσόταν μέσα του, όταν έπρεπε να συνεργαστεί με κάθε λογής ανθρώπους. Αυτό ακριβώς του έδινε την εντύπωση, πως  ήταν χρήσιμη η  εργασία του.
(Συνεχίζεται)

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Ποίηση εναντίον πραγματικότητας!

Ξυπνάς το πρωί. Η δουλειά σε περιμένει. Η οποιαδήποτε δουλειά! Δουλειά είναι η κάθε υποχρέωση, που μαστίζει τις κοινωνίες! Ξεχνάς να κοιτάξεις τον Ήλιο. Ξεχνάς να κοιτάξεις, κάτι πέρα από το ρολόι σου!  Είσαι σκλάβος του χρόνου, που περνά πριν από σένα, την πόρτα του σπιτιού σου. Δείχνεις να αδιαφορείς για τα μελλούμενα. Μοιάζεις ξένος, σε έναν επίσης ξένο ακόμα κόσμο. Αλλά οι άνθρωποι, κατά βάθος θέλουν τους ξένους! Τους κάνουν να νομίζουν πως εκείνοι δεν είναι ξένοι μεταξύ τους! Τους δίνεται από τον κάθε ξένο, η δυνατότητα να πουν <<κοιτάξτε! Είναι διαφορετικός, άρα επικίνδυνος!>>. Δεν γνωρίζουν πως εκείνος είναι ένας ποιητής, που μπορεί να περνά αδιάφορα την πόρτα του σπιτιού του κάθε πρωί, ρισκάρει όμως στην επίγνωση! Την επίγνωση του εαυτού του, για χάριν μιας ατομικής ικανοποίησης! Πολλές φορές παρατηρεί τους γύρω του. Διακρίνει με μόλις την άκρη του ματιού του, τα ξένα αυτά πρόσωπα, που όταν είναι μαζί, έχουν την αίσθηση της αλληλεγγύης. Είναι μέχρι να τους δοθεί η ευκαιρία να προδώσουν! Εξάλλου, η προδοσία σε δύσκολους καιρούς, δικαιολογείται σε τέτοιο βαθμό, που μοιάζει με παιδικό πείραγμα. Είναι όλοι τους τυφλοί! Κι αυτός που έχει το φώς του, προτιμά να το κρύβει! Όχι από ταπεινότητα, αλλά από περηφάνια!
          Όποιος ξυπνά το πρωί, σκεπτόμενος να κάνει κακό στον εαυτό του, δηλώνοντας σκλάβος του συστήματος, είναι υπεύθυνος για την κρυφή δυστυχία, των επόμενων γενεών! Όποιος ξυπνά το πρωί, σκεπτόμενος να κάνει κακό στους άλλους, με το να αντισταθεί σε κάθε μορφή ταπείνωσης, είναι ευθυνόφοβος, και άρα ανάξιος για κάθε αλλαγή. Μα όποιος ξυπνά το πρωί, δίχως σκέψεις και έννοιες, που απλώς νοιώθει έλξη προς τον γαλανό ουρανό, τα πράσινα δέντρα, και το κελαίδισμα των πουλιών, είναι ένας ποιητής, που προσπαθεί να δώσει στον κόσμο πίσω τη σημασία που του αξίζει!

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

Αντιποιητικές εικόνες της ζωής

Μια βρώμικη πόλη. Ένας άνθρωπος γεμάτος θέληση για ζωή, μοιάζει με ποιητή που αναζητά στην πραγματικότητα, την ομορφιά του μύθου, που θέλει να σώσει πεισματικά, μήπως και καταφέρει να προστατεύσει τον ίδιο τον άνθρωπο! Μοιάζει περισσότερο με εκείνο το δέντρο, που φύτρωνε τότε θαρραλέα στο Μπρούκλιν!
          Μια φιγούρα στους γκρίζους τοίχους τα βράδια, που σχηματίζεται από το λιγοστό κουρασμένο φώς από τις κολώνες, μοιάζει να αγωνιά για την επόμενη μέρα. Μια σκιά που μοιάζει να θέλει να αφανιστεί με το πρώτο φώς της επόμενης ημέρας! Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει τις νύχτες, για να παίρνει ελπίδα από τις ημέρες!
          Ένα κομμάτι πλαστικό, που το καίει ο ήλιος, πεταμένο σε κάποια παραλία. Κάποιος που βρίσκεται εκεί, σιχαίνεται να το πιάσει και να το πετάξει, όπως κάθε νοσηρό του δημιούργημα, για να μην του θυμίζει την πραγματική του θέση στη φύση! Ένας μάχιμος ήλιος, μια ζεστή θαμπή θάλασσα από τη μόλυνση, μια ομπρέλα που κρύβει το πρόσωπο του ένοχου, όπως οι συνειδήσεις κρύβονται πίσω από την ακάματη συνήθεια.
          Μια γυναίκα περικυκλωμένη από ανούσιες ανάγκες. Θέλει να διεκδικήσει την ισότητα της, παίρνοντας τη θέση του άντρα! Ξέρει μόνο να κλέβει, ξέρει μόνο να μισεί. Η αγάπη της είναι μόνο μια εικόνα στον καθρέπτη, η δική της μορφή ποζάρει περιφρονητικά για κάθε άλλη γυναίκα! Θέλει να νιώσει την ηδονή, εκμεταλλευόμενη την ομορφιά της. Κάποια στιγμή θα πανικοβληθεί, και θα θελήσει να κάνει παιδί! Όχι επειδή το θέλει η ίδια, αλλά το σώμα της! Τα γεννήματά της είναι πλάσματα χωρίς αγάπη, τους μαθαίνει τη ζωή από τον εύκολο δρόμο των νόμων της ζούγκλας <<ο θάνατός σου, η ζωή μου>>.
          Ένας άντρας κατεστραμμένος από τα πάθη του. Θέλει να γνωρίσει τις εύκολες, σύντομες ηδονές και γνωρίζει καλά τους τρόπους! Η αγάπη περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού η απόλαυση των νυχτερινών αντρικών κέντρων διασκέδασης, είναι εύκολη γιατί χρειάζεται μόνο να κατέχεις χρήματα! Για τη δική του ικανοποίηση είναι ικανός για τα πάντα! Φθηνό sex με γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ, ποτά, πανηγυρισμοί για κάποια ομάδα που δεν του ανήκει, παρέες με ημερομηνία λήξης. Τελικά ύστερα από όλα αυτά, καταλήγει οικογενειάρχης από την ανάγκη απόκτησης απογόνου!
          Ένα παιδί που προσπαθεί να παίξει μέσα στον κόσμο των μεγάλων. Παριστάνει το μεγάλο, και όταν πια μεγαλώσει, θα διαπιστώσει με λύπη πως το παιχνίδι του δεν είχε τίποτα το παιδικό! Θα διαπιστώσει πως έχασε τα ανέμελα χρόνια της ζωής του, στον αγώνα να μεταμορφωθεί σε μια άμορφη μάζα από υποκρισία, πολιτική, συμφέροντα, διεκδικήσεις, ψέματα.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Έτυχε να γεννηθώ σε αυτή τη χώρα

Μια καλοκαιρινή ημέρα του Ιουλίου, τα μικροσκοπικά ματάκια μου, είδαν για πρώτη φορά το φώς. Από ένα τυχαίο βιολογικό γεγονός, είχα γεννηθεί όπως μου είπαν αργότερα στην Ελλάδα. Καθώς μεγάλωνα έμαθα να παίζω κάτω από τον ήλιο της, να μαθαίνω τη γλώσσα της, να λατρεύω το πράσινό της. Οι μύθοι των αρχαίων πολιτισμών ,που θριάμβευσαν πάνω στα χώματα της με μάγευαν. Ένοιωθα πως ο χρόνος σε αυτό το μικρό κομμάτι γης, ξεκινά την άνοιξη! Συνήθιζα να πηγαίνω στους λόφους με παιδιά από το σχολείο. Παίζαμε μπάλα στα χώματα, ξαπλώναμε στο γρασίδι, έκοβα λουλούδια για να τα δώσω σε κάποιο κορίτσι. Τα καλοκαίρια συνήθιζα να φτιάχνω όπως κάθε παιδί, κάστρα στις αμμουδιές, να κάνω βόλτες με το ποδήλατο στους χωμάτινους δρόμους, και να αισιοδοξώ για το μέλλον. Μεγάλωσα, αλλά παρέμεναν οι μύθοι μέσα μου ακλόνητοι, σαν πιστού θρησκευόμενου ανθρώπου. Δεν έλεγαν οι φωνές τους να σωπάσουν! Όποτε επισκεπτόμουν τα ερείπια αρχαίων μνημείων, πάντοτε τα άγγιζα, μήπως και μπορέσω να νιώσω το παρελθόν! Ανατρίχιαζα μονάχα στη σκέψη, πώς κάποτε θα μου απαντούσε! Δεν το θελα το σχολείο! Μου αρκούσαν οι μύθοι! Το σχολείο το έβλεπα πάντοτε σαν μια φυλακή. Έτσι όπως το είχαν φτιάξει! Ένιωθα πως έξω, έπρεπε οι μαθητές να μαθαίνουν!
Κάτω από τα αστέρια των εφηβικών μου χρόνων, η φαντασία μου έβλεπε πάνω τους σχηματισμένα τα πρόσωπα αρχαίων Θεών. Παρότι είχα μεγαλώσει αρκετά, συνέχισα να ψάχνω για κοχύλια επάνω τα βουνά, και πάντοτε έβρισκα! Η γη αυτή είναι θάλασσα και ουρανός! Τα νησιά της είναι μικροσκοπικές τελίτσες, που σπάζουν επάνω τους τα κύματα από τα πελάγη της. Χαιρόμουν τη ζωή! Οι διακοπές ήταν πάντοτε η καλύτερη στιγμή του χρόνου.
Αφού ενηλικιώθηκα πήγα να υπηρετήσω στο στρατό. Έμαθα το πώς η αδικία δεν πρέπει να σε λυγίζει! Αργότερα έμαθα το πόσο σκληρό είναι το να είσαι άνεργος! Και όταν με το ζόρι έπιασα κάπου δουλειά, το πόσο σκληρή είναι η καθημερινή ψυχική κούραση, σε αυτό που άλλοι ονομάζουν εργασία! Ένιωθα την κοινωνία να με λυγίζει! Το πώς οι συνάνθρωποι μου, μάθαιναν τόσο εύκολα το βόλεμα, τη ρουφιανιά και την καλοπέραση! Δεν τους ενδιέφερε τίποτε άλλο! Αφότου έχασα κάθε ελπίδα, έπρεπε να πιστέψω σε εμένα τον ίδιο. Όταν πίστεψα σε εμένα, πίστεψα και στην ανθρώπινη δημιουργικότητα! Ο άνθρωπος είναι όν δημιουργικό από τη φύση του! Όσες ώρες και να μου στερούσαν από τη ζωή, έπρεπε πάση θυσία να κερδίσω σε δημιουργία! Η γνώση έγινε επίσης αρετή μου, και τα βιβλία για πρώτη φορά στη ζωή μου, μου έδειξαν καινούριους, περήφανους, αξιοπρεπείς κόσμους. Έτσι έκανα προσευχή την περηφάνια, Θεό τη δημιουργία, και πατρίδα τη γνώση! Κι όμως! Τα χώματα αυτά που πατούσα από μικρό παιδί, έκρυβαν από κάτω τόση γνώση όσο του κόσμου όλη! Απλώς έπρεπε να σκάψω βαθιά, με επιμονή και συγκεκριμένο στόχο, την επιβίωση αυτού που ονομάζουμε οι άνθρωποι ψυχή!
Πολλοί πάτησαν σε αυτό το μικρό κομμάτι γης, πολλοί αδικήθηκαν, πολλοί έπεσαν. Δεν γεννηθήκαμε εμείς για να τους αγνοούμε, και να τους προσφέρουμε έναν ακόμη χειρότερο θάνατο, αυτόν της λησμονιάς!
Μεγάλωσα πια, αλλά θα συνεχίσω να μαθαίνω, είναι ο μόνος τρόπος για να μην μας κάνουν ότι θέλουν, όσοι βρίσκονται από πάνω μας. Χωρίς όλους εμάς, ένα τίποτα είναι ο κόσμος όλος! Εμείς πεινάμε με τα μολύβια στο χέρι να τρέμουν, άξυστα, με φαγωμένες τις μύτες τους. Εμείς δημιουργούμε, κάνοντας την αθλιότητα, ζωή. Εμείς παραδίδουμε αυτόν τον κόσμο, κρατώντας στα δειλά μας χέρια, τα παιδιά μας. Και όλα αυτά επειδή ποτέ δεν μας έμαθαν να πιστεύουμε στον εαυτό μας! Ας το μάθουμε λοιπόν!

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Ακολουθώντας τον έναστρο ουρανό

Από μικρό παιδί, ήξερα πως η φαντασία μου ήταν το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μου. Η συνεχώς καλπάζουσα, αφηνιασμένη και ανήσυχη φαντασία, περιπλανιόταν πάντα μέσα στα εύλογα σύνορα της χώρας των προσωπικών μου ονείρων, όπου εσώκλειε τον κατάλληλο κόσμο για μένα! Ως παιδί μου άρεσε ιδιαίτερα η κατασκευή χαρτονένιων ή ξύλινων καλυβών, όπου εκεί μέσα διαφύλασσα μακριά από τα κακεντρεχή βλέμματα, τις φανταστικές μου περιπέτειες, παρμένες από τους τότε παιδικούς μου ήρωες. Καθώς μεγάλωνα, αυτοί οι προσωπικοί μου χώροι, εξαφανίστηκαν με τη δικαιολογία πως έπρεπε να γίνω μέλος, -ύστερα από τη μεσολάβηση της εφηβείας-, στον κόσμο των μεγάλων! Καθότι ανίδεος και αφελής, σαφώς επηρεασμένος από τη συμπεριφορά των γύρω μου, υπέκυψα τελικά στη φυσική μου ανάπτυξη. Δεν άργησα να καταλάβω πως ο κόσμος που νόμιζα πως είναι, με αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δεν  είχε σχέση με τις δικές μου φιλοδοξίες! Εγώ προσδοκούσα να βρω φίλους που θα μπορούσα να τους εμπιστευτώ, και κορίτσια τα οποία θα ήθελαν να τα αγκαλιάσω! Οι υποτιθέμενοι ‘’φίλοι’’ όμως, μου υπέδειξαν τη σκληρότητα της κοινωνίας, και τα κορίτσια την απόμακρη και μυστήρια φύση τους! Τα χρόνια της εφηβείας, αν και τα τελευταία ανέμελα της ζωής, αποδείχθηκαν άκαρπα και λυπητερά, όπως όταν μαθαίνεις πως μόνο οι ευθύνες μας μεγαλώνουν μαζί μας! Συνέχισα παρόλα αυτά να μεγαλώνω, έχοντας μια αλλόκοτη πίστη μέσα μου, πως κάποια στιγμή μπορεί να αποδείξω το αναπόδειχτο! Πως δηλαδή μπορούν να υπάρξουν φίλοι στη ζωή, και μια γυναίκα που θα σταθούν δίπλα σου, ώστε να σου δώσουν το δικαίωμα να το ανταποδώσεις, όχι σαν χάρη, αλλά σαν δώρο στοργικό, σε εκείνους που είναι ικανοί να δώσουν χαρά στη ζωή σου.
Αδυνατώντας να βρω μέσα στην κοινωνία τα ιδανικά μου πρότυπα, θέλησα να ψάξω την αλήθεια του κόσμου. Με την πάροδο του χρόνου, λίγο μετά την ενηλικίωση μου, κατάλαβα πως οι υποχρεώσεις είναι ικανές να μας αποκόψουν από το πραγματικό νόημα της ζωής, και ο σκοπός που βάζουμε για να πετύχουμε κάτι, αγχόνη διπλή που στη μια μεριά στεκόμαστε εμείς και στην άλλη ως αντίβαρο, ο πνευματικός μας θάνατος με τη μορφή του εξαναγκασμού. Άρχισα να καταλαβαίνω ακόμη και τις πραγματικές έννοιες του καλού και του κακού! Όπου καλό, οι δικές μας ευγενικές φιλοδοξίες, που δεν ενοχλούν τους άλλους, και όπου κακό, οι διαστρεβλωμένες ως καλές, δανεικές ιδέες και κουσούρια των καθημερινών, αποκαλούμενων και ως μέσων ανθρώπων. Δεν είναι κακό να ανήκεις στους συνηθισμένους ανθρώπους, αλλά δεν πρέπει να επιτρέψεις να σου κρεμάσουν μια ταμπέλα με αυτές τις λέξεις! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή για έναν άνθρωπο, από το να τον αποκαλούν ‘’μέσο άνθρωπο’’. Αυτή είναι μια πονηρή μέθοδος για να δημιουργούμε τον κατώτερο άνθρωπο! Κατώτερος άνθρωπος, στην ουσία είναι εκείνος που διαθέτει κατώτερη συνείδηση. Είναι ο μη δημιουργικός, που πλήττει μέσα στην αφόρητη καθημερινότητα των υποχρεώσεων του, και πεθαίνει κάθε μέρα, βαριανασαίνοντας από τη σωματική και ψυχική του κατάρρευση. Σημαίνει επίσης πως δίνουμε μια νέα έννοια στη λέξη ‘’ζόμπι’’, εννοώντας όλους εκείνους που κοιτάζουν την τηλεόραση τους, κάνοντας πρότυπα τη χυδαιότητα, την ηλιθιότητα και την αμορφωσιά! Ούτε το χρώμα, ούτε η φυλή, ούτε τα κράτη, ούτε οι θρησκείες, είναι ικανές να δημιουργήσουν τις ανεξάρτητες συνειδήσεις. Ο συλλογικός νους είναι ο απόλυτα ελεγχόμενος νους! Εκείνος που πραγματικά δεν θέλει να ελέγχεται από αυτούς τους θεσμούς, πρέπει να μοιάζει και να είναι αιρετικός! Εκδιωγμένος από τις δημιουργημένες αξίες των κοινωνιών, θα μπορέσει να βρει επιτέλους τον πραγματικό του εαυτό.
Βυθίζοντας τον εαυτό μου βασανιστικά, στης πραγματικότητας την κατάντια, λησμόνησα το πρωταρχικό μου όνειρο για τους φίλους και τις γυναίκες! Και κάνοντας μου εμμονή τη διόρθωση των υπολοίπων, παρέλειψα να ολοκληρώσω τον εαυτό μου! Και αυτό είναι μια από τις πιο επώδυνες αμαρτίες! Διότι κάνεις κακό σε εσένα! Κάποια στιγμή λοιπόν επιθύμησα να επιστρέψω στα όνειρα μου. Βρέθηκα μια αναπάντεχη στιγμή, μια νύχτα δίπλα στη θάλασσα, καθισμένος σε ένα βράχο. Κοίταζα και ξανακοίταζα τα αστέρια του καθαρού ουρανού, και ονειροπολούσα με ανοιχτά τα μάτια τον ιδανικό μου κόσμο! Οι φίλοι που θα έπρεπε να έχω γνωρίσει, να μου λένε λόγια που τα πιστεύουν, και η γυναίκα -η μοναδική για μένα-, να κάνει πράματα που μπορεί να τα αισθανθεί! Τίποτα! Ούτε η θάλασσα, ούτε ο ουρανός, ούτε το απαλό ανοιξιάτικο αεράκι, που βοηθά τη θάλασσα να μιλά μέσα από το φλοίσβο της, δεν ήταν ικανά να με γυρίσουν πίσω στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια! Η πραγματικότητα με είχε απορροφήσει τόσο, ώστε το όνειρο έμοιαζε με παιδική ανοησία! Η μαγεία του είχε ξεθωριάσει σαν παλαιά φωτογραφία, μιας περασμένης και θολωμένης ανάμνησης. Δεν μπορούσα παρά να αφεθώ στο όνειρο, έχοντας την επίγνωση πως πρόκειται για όνειρο και μόνο! Ακολουθώντας τον έναστρο ουρανό, κατάφερα να βρεθώ στο σπίτι μου, σχεδόν ξεχνώντας να κοιτάζω μπροστά μου! Κάθε επιστροφή είναι σκληρή, αλλά πρέπει να γίνει! Δεν χρειάζεται ‘’πως’’, αλλά ούτε και ‘’γιατί’’, μονάχα το ένστικτο της επιβίωσης αρκεί για να ξυπνήσουμε από το λήθαργο, και όλα είναι δυνατά!

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Αλλόκοτη Ιστορία

Ακούγεται δυνατά ο ήχος από τα βήματά μου. Σταθερός, γεμάτος, εκνευριστικός για πολλούς! Ο ήχος αλλάζει ανάλογα με το έδαφος που πατώ. Μια επιφάνεια όμως είναι η αγαπημένη μου... Το μάρμαρο! Ναι κι όμως! Μου αρέσει να ξυπνώ βίαια τους ‘’νεκρούς’’ που συνηθίζουν να κείτονται κάτω από αυτό. Άπραγοι, αδιάφοροι, ασυνείδητοι και ασφαλείς, μέσα στην παγωνιά της χωμάτινης υγρασίας τους, απομακρυσμένοι από τα χρώματα της ζωής.Ξέρω και μια σχετική μικρή ιστορία να σας διηγηθώ
Κάποτε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, φρόντισε να κλείσει τους ζωντανούς –έτσι για να φοβερίσουν τους νεκρούς-, μέσα σε απέραντα μαρμάρινα κοινοτάφια! Σιγά μην ξοδευόντουσαν κιόλας, και έφτιαχναν έναν τάφο για τον καθένα χωριστά! Τους ενδιέφερε μονάχα η μόνιμη σιωπή τους, σε αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ζωή!  Έκτοτε σκέφτονται τάχα όσοι είναι εγκλωβισμένοι κάτω από το μάρμαρο, πως βλέποντας μόνο τις ρίζες ενός φυτού που έχει φυτρώσει εκεί τριγύρω, αυτό είναι η ζωή! Και βολεύτηκαν με αυτή την ιδέα! Σαν τους τυφλοπόντικες κατασκεύασαν υπόγειες πολιτείες κάτω από το μάρμαρο, και στοιβάζονται εκεί στις κοινότυπες, σκοτεινές πολυκατοικίες τους, ασφαλείς. Είχαν την εντύπωση πως τα ηλεκτρικά φώτα της πολιτείας τους ήταν ο ήλιος! Όλα πήγαιναν όπως τα σκέφτηκαν οι δημιουργοί αυτής της απέραντης, μακάβριας, υπόγειας κατασκευής, τρίβοντας ικανοποιημένοι τα χέρια τους μέσα στα πολυτελή τους γραφεία, για το πετυχημένο σχέδιο τους! Μάλλον δεν σκέφτηκαν όμως, πως εξαιτίας του υψηλού κόστους της απέραντης κατασκευής τους, κάποιοι άλλοι θα ήθελαν να επωφεληθούν, θησαυρίζοντας από τα κονδύλια. Σε κάποια σημεία λοιπόν, το μάρμαρο είναι κακής ποιότητας, και για να μην φαίνεται το έχουν γυαλίσει κατάλληλα. Εξαιτίας της κακής του ποιότητας έχει την τάση να διαβρώνεται πιο εύκολα έπειτα από κάποια μεγάλη χρονική περίοδο. Ύστερα από τις άσχημες καιρικές συνθήκες, που κράτησαν τις τελευταίες δεκαετίες, και την ολοένα αυξανόμενη μόλυνση του περιβάλλοντος, το μάρμαρο αυτό λοιπόν, άρχισε να μετατρέπεται σε γύψο σε ορισμένα σημεία! Η όξυνη βροχή είχε αρχίσει το καταστρεπτικό της έργο, με αναπάντεχα αποτελέσματα, για τους δημιουργούς αυτής της μαρμάρινης πολιτείας. Οι εναπομείναντες δημιουργοί της, κάποια στιγμή σκέφτηκαν, πως οι φύλακες κοστίζουν, οπότε ελάττωσαν τις βάρδιες τους στο ελάχιστο, ώσπου αναγκάστηκαν απλώς να κάνουν έναν τυπικό έλεγχο κάθε φορά. Ώσπου ο τυπικός αυτός έλεγχος έγινε ρουτίνα. Και η ρουτίνα έδωσε τη θέση της στην πλήρη αδιαφορία! Περνώντας τα χρόνια οι λιγοστοί πιά δημιουργοί, άρχισαν να λησμονούν, εφησυχασμένοι πλέον, τις ευθύνες που είχαν συνθηκολογήσει τότε, σε εκείνα τα πολυτελή γραφεία. Και αδιάφοροι για το μαρμάρινο επίτευγμα τους, έπιναν τον καφέ τους νωχελικά κάθε πρωί, ξεφυλλίζοντας κάποιο ανούσιο περιοδικό. Τα χρόνια όμως περνούσαν, και η διάβρωση στο κακής ποιότητας μάρμαρο έγινε σοβαρότερη! Ένα μικρό κομμάτι της απέραντης μαρμάρινης πολιτείας, είχε μετατραπεί σε γύψο! Απο αυτό το κομμάτι, αρχικά οι σταγόνες της βροχής, πλημύριζαν τους κάτοικους της υπόγειας πολιτείας. Αλλά αυτό δεν τους ενόχλησε ιδιαίτερα. Νόμιζαν πως η υγρασία του εδάφους συγκεντρώνονταν για κάποιο λόγο, σε ορισμένα σημεία. Είχαν συνηθίσει έτσι κι αλλιώς στην υγρασία! Τράβηξαν όλοι μαζί τις γύρω ρίζες των μεγάλων δέντρων, και κάλυψαν το επικίνδυνο σημείο με αυτές, ώστε να απορροφούν όση μεγαλύτερη ποσότητα νερού μπορούσαν. Τα χρόνια πέρασαν και το ρήγμα ξεχάστηκε. Τα φυτά είχαν μεγαλώσει τόσο, ώστε απορροφούσαν αποτελεσματικά οι ρίζες τους το νερό. Κάποια στιγμή μια πιο περίεργη ανθρώπινη μορφή του κάτω εκεί κόσμου, κατευθύνθηκε προς το σημείο αυτό. Σκόνταψε σε μια ρίζα που είχε γυρίσει ανάποδα, και έπεσε απρόσμενα κάτω. Εκνευρισμένος χωρίς να το σκεφτεί, τράβηξε τη ρίζα για να την εκδικηθεί για αυτό που έπαθε. Έπεσε αρκετό χώμα και φάνηκε κάποια λεία επιφάνεια. Έσκαψε λίγο με τα χέρια του, –έτυχε να είναι ημέρα στον επάνω κόσμο- και μια δέσμη φωτός, εισέβαλε δειλά στον ανυποψίαστο κάτω κόσμο! Στη συνέχεια έτρεξε σαν τρελός, από το παραλήρημα που του δημιούργησε η ανακάλυψη του, και διέδωσε παντού τα νέα! Έλεγε πως είδε ένα φως που έμοιαζε αρκετά με αυτό των ηλεκτρικών λαμπτήρων τους, αλλά πως είχε κάτι το διαφορετικό! Πώς είχε μια αλλόκοτη ζωντάνια, και πως μπορούσε να αισθανθεί κάποια αόρατη δύναμη, που έκανε τα αδύναμα πνευμόνια του να λειτουργήσουν! Οι περισσότεροι τον χλεύασαν, κάποιοι απλώς γέλασαν μαζί του, ενώ ορισμένοι άλλοι σκέφτηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους <<μα τί μπορεί να βρίσκεται όντως εκεί πέρα;>> Ορισμένοι καχύποπτοι, για να βρουν την αφορμή να τον γελοιοποιήσουν, υποσχέθηκαν πως θα τον ακολουθήσουν ως εκεί που ισχυριζόταν. Τον ακολούθησαν, μα για κακή του τύχη ήταν νύχτα στον επάνω κόσμο! Ο τρελός φώναζε πως έλεγε την αλήθεια! Εκείνοι όμως βρήκαν την αφορμή για να τον γελοιοποιήσουν σε όλη την πολιτεία! Πήγαν και διέδωσαν χωρίς να χάσουν ευκαιρία, πως όλα αυτά ήταν απλώς στην φαντασία του τρελού, και πώς το μόνο που είδαν ήταν μια ρωγμή μες το σκοτάδι, όπου διέρρεε κάποια άοσμη, άγνωστη, αόρατη ουσία, χωρίς χρησιμότητα. Ο τρελός όμως ήταν αποφασισμένος να μην τα παρατήσει! Όποιον συναντούσε του έλεγε το νέο γεμάτος πάθος, σίγουρος για την ειλικρίνεια του! Ήλπιζε πως κάποιον θα έπειθε και θα τον ακολουθούσε ως εκεί. Τίποτα όμως! Η εξήγηση των επισήμων είχε αποδεχθεί από το κοινό σύνολο, ως η μόνη σωστή. Έβλεπαν λοιπόν στο πρόσωπο του τρελού, κάποιον παραδομένο στην αλλόκοτη φαντασία του. Έπαψαν να του δίνουν σημασία! Κάποια στιγμή σταμάτησαν ακόμη και να στρέφουν το βλέμμα τους επάνω του! Ώσπου τον έκλεισαν σε ένα ψυχιατρείο για να ησυχάσουν από την ενοχλητική του παρουσία. Ο τρελός όμως δεν είχε κάνει την τελευταία του πράξη! Κάποια στιγμή κατόρθωσε να δραπετεύσει! Οι φύλακες τον κυνήγησαν, αλλά εκείνος ήξερε πολύ καλά το τι έπρεπε να κάνει. Τους οδήγησε στο σημείο του ρήγματος. Εκείνοι τον έπιασαν καθώς άπλωνε τα χέρια του στις ρίζες. Με όλες τις δυνάμεις που του είχαν απομείνει, ξέφυγε για λίγο και τις τράβηξε! Ευτυχώς ήταν ημέρα στον επάνω κόσμο! Το φώς μπήκε απότομα μέσα στην υπόγεια πολιτεία, και έκανε τους πάντες να καλύψουν τα μάτια τους! Οι ανυπόμονοι τυφλώθηκαν, οι συνετοί άνοιγαν σιγά-σιγά τα μάτια τους. Οι άπιστοι πίστεψαν, οι πιστοί εξαπατήθηκαν!

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Ωραίοι ως Άνθρωποι!

Η ζωή, η ζωή… Ώ Η ΖΩΗ! Μυστηριώδης, ελκυστική, ίσως ορισμένες στιγμές αποκρουστική, πάντοτε όμως ενδιαφέρουσα! Μεγαλώνουμε, στοχαζόμαστε, ελπίζουμε. Ονειροπόλοι της ημέρας, η νύχτα δεν μας αρκεί για να μιλήσουμε στον αλλοπρόσαλλο εαυτό μας. Επανάληψη και συνήθεια, οι δύο άσπονδοι εχθροί μας. Δεν τους θέλουμε για συνοδεία, υποφέρουμε από την ακόρεστη πείνα που έχουνε για το θάνατο! Ενώ εμείς ποθούμε τη ζωή, ερωτευόμαστε τη ζωή, υπάρχουμε για τη ζωή! Ξεστομίζουμε λέξεις που προσκρούουν βίαια σε ανθρώπινους τοίχους. Χωρίς να κραυγάσουμε σπάμε καθετί, που τρέφεται από τα συντρίμμια μας. Τίποτα δεν μπορεί να μας νικήσει! Υπερήφανοι ξαπλώνουμε στα σιδερένια μας κρεβάτια, σίγουροι για τα όσα καταφέραμε να κάνουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας! Και τα όνειρα δεν έρχονται ποτέ! Ακόμη και οι εφιάλτες, μας γίνονται επιθυμητοί! Οι ψευδαισθήσεις του μεγαλείου, μας κάνουν ένα με εκείνους που εξοστρακίζουμε από τις ζωές μας! Ο τρόπος δεν κάνει διαφορετικό το σκοπό! Όσοι έχουν τη σωφροσύνη να το καταλάβουν αυτό, ξαφνικά οι ζωές τους αλλάζουν! Γίνονται μάρτυρες μιας παράδοξης ζωής, όπου η λογική συγκρούεται με τα καθιερωμένα. Μοιάζουν σαν ήρωες ενός φανταστικού μυθιστορήματος, που όμως έχει άσχημο τέλος! Ανυπόφορες οι στιγμές που μας ρωτούν το τι ζωή κάνουμε! Να μας θυμίζουν συνήθως με άσχημο τρόπο, πως η εύκολη διαβίωση υπερέχει της προσπάθειας! Της δικής μας προσπάθειας! Μπερδεύουν τα νοήματα! Λέμε υπερηφάνεια, εκείνοι μας αποκαλούν αλαζόνες! Λέμε ομορφιά, εκείνοι μας λένε ονειροπόλους! Λέμε άνθρωπος, μας λένε ζώα! Λέμε έρωτας, λένε sex! Λέμε οικογένεια, λένε συμφέρον! Λέμε αγάπη, λένε υποκρισία! Κάποτε, -να μου το θυμηθείτε- θα μας συγκεντρώσουν όλους μαζί σε ένα ερημονήσι, θέλοντας να μας κάνουν ομαδική θεραπεία! Ελπίζω πως θα αποτύχουν! Και τη στιγμή που θα μας ρωτήσουν δήθεν με ενδιαφέρον φιλικό <<Ρε εσείς, ξεχάσατε πως πεθαίνετε;>>
<<Όχι! Γι’ αυτό μάθαμε να ζούμε!>>

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Σκέψεις ενός πεζοπόρου


Ορισμένες στιγμές το παράδοξο είναι το πιο λογικό!

Ο βηματισμός ήταν σταθερός. Ένα μονότονο τέμπο που με μουσική γέμιζε τους έρημους δρόμους. Οι σκέψεις σαν αρπακτικά πουλιά πετούσαν πάνω από τη λεία τους. Την ελευθερία! Η νύχτα όμως προσφέρεται πάντα για την αυτογνωσία! Περπατάς έχοντας την εντύπωση πως θες να φθάσεις κάπου. Ώσπου ξαφνικά συνειδητοποιείς πως από την αρχή της διαδρομής δεν ήξερες που! Απλώς θέλησες να κάνεις αυτό το ταξίδι. Προσπερνάς αδιάφορα τις άδειες στάσεις των λεωφορείων, η ερημιά των δρόμων σου προκαλεί εγρήγορση. Το φθαρμένο τσιμέντο σου τσακίζει τα πόδια, και τα ελάχιστα, ξερά πλέον χόρτα, σου δίνουν τη δύναμη να συνεχίσεις. Όσο μικραίνουν οι δρόμοι ολοένα και περισσότερο επικίνδυνοι γίνονται. Νιώθεις μόνος. Λιγότερο μόνος όμως από όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε αγνώστους! Οι σκέψεις σου γεμίζουν το μυαλό. Νιώθεις στα ακροδάχτυλα σου το ανατρίχιασμα του τρόμου που σου προκαλεί η μοναξιά! Θέλεις απεγνωσμένα να αγκαλιάσεις έναν φίλο για να ξεχαστείς από τις έννοιες της μέρας, μια γυναίκα για να ανακουφιστείς από το βάρος της ζωής!
         Δεν υπάρχει κανείς! Όλοι τους αυτή την ώρα κοιμούνται, μόνο και μόνο για να ξυπνήσουν την επόμενη μέρα. Φιλήσυχοι πολίτες εγκλωβισμένοι στις υποχρεώσεις τους, που τους κοστίζουν τη ζωή! Ο λογικός άνθρωπος όμως κάποια μέρα θα ξυπνήσει, συνειδητοποιώντας το κακό που έκανε όλο αυτό τον καιρό στον εαυτό του! Και ύστερα μελαγχολικός, θα κρατηθεί από τις κουρτίνες του διαμερίσματος του, κοιτώντας επίμονα τον κόσμο έξω. Δακρύζοντας, καλύπτοντας με το χέρι του το στόμα, συγκρατώντας μια απεγνωσμένη κραυγή. Ενώ προσπαθεί να συγκεντρώσει όλες του τις αναμνήσεις, θα υποφέρει όλο και περισσότερο. Ο άνθρωπος αυτός μια νύχτα σαν κι αυτή θα βγει στους δρόμους όπως εγώ! Αλλά δεν θα βρίσκομαι εκεί για να τον συντροφεύσω! Ο δρόμος είναι για τον καθένα από εμάς ένα μοναχικό παραλήρημα της θλίψης! Ποτέ κανείς δεν συνάντησε κάποιον ομοειδή του! Για αυτό όλοι τους έχουν την εντύπωση πως είναι μοναδικοί. Τι άθλια ψευδαίσθηση!
       Τόσα εκατομμύρια κόσμου ζουν αναπνέοντας τα καυσαέρια των παρείσακτων! Και ζαλίζονται σαν από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Προσπαθεί αυτό το πλήθος να ανακουφιστεί με τεχνητά μέσα, ακόμη και να ξεχαστεί παρακολουθώντας ηλίθιες εκπομπές, καθηλωμένο μπροστά από την τηλεόραση του. Γιατί άραγε όλοι τους βρίσκουν ανόητες δικαιολογίες για να μην ασχοληθούν με ότι αντιπροσωπεύει τη ζωή; Επειδή πολύ απλά έχουν δανειστεί τις συνειδήσεις τους από άλλους! Διαλέγουν την ασφάλεια του συνόλου, από την ριψοκίνδυνη, συνειδητή διαφορετικότητα. Νομίζουν για γραφικούς όσους περπατούν τη νύχτα μόνοι στους δρόμους! Περιγελούν την προσπάθεια, καθισμένοι στην πολυθρόνα του σαλονιού τους, ακούγοντας ανούσια μουσική ή διαβάζοντας τα σκουπίδια του καιρού μας! Λησμονούν την ίδια τη ζωή, τη χαρά της δημιουργίας, της ανακάλυψης, την ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος! Βήχουν όποτε βρεθούν ανάμεσα στα δέντρα! Αρνούνται να πιουν από το νερό της πηγής, επειδή συνήθισαν το χλώριο! Εγώ όπως και άγνωστο το πόσοι άλλοι, περπατώ μόνος τις νύχτες ώσπου να δω την αναγέννηση του Ήλιου! Και θα συνεχίσω να περπατώ αδιαφορώντας στο άκουσμα των ενεργοποιημένων συναγερμών, τις αστυνομικές σειρήνες, όσους χρησιμοποιούν τους δρόμους για να πάνε γρήγορα στα κρεβάτια τους ύστερα από φθηνές διασκεδάσεις, οδηγώντας επικίνδυνα για τους άλλους. Θα συνεχίσω να αδιαφορώ για τα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης, τα πολυτελή αυτοκίνητα, τους δήθεν! Τις εκφράσεις των προσώπων που δημιουργούνται από τους μυς, τα καλόβολα πάντα λόγια που στάζουν φαρμάκι. Τις ακάλυπτες επιταγές στις φιλίες και στους έρωτες. Το ξεπούλημα της ελευθερίας για χάριν της ποταπής ασφάλειας! Θα νιώθω τους γύρω μου, αγγίζοντας τις στάσεις των λεωφορείων, κλοτσώντας τα κομμάτια από το σπασμένο τσιμέντο στο πεζοδρόμιο. Κοιτώντας τις αφισοκολλημένες διαφημίσεις, περνώντας ενδιάμεσα από τα σκουπίδια και την άσφαλτο. Χαζεύοντας την αλλαγή του χρώματος των φαναριών, πατώντας πάνω στις λευκές γραμμές των διαβάσεων, ισορροπώντας επικίνδυνα στις άκρες των πεζοδρομίων.

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Χρόνος

Η πιο ύπουλη μορφή ψευδαίσθησης. Μια οφθαλμαπάτη που έχει τη δύναμη να μας γερνά και ύστερα να μας εξαφανίζει. Η δύναμη του χρόνου είναι σαν τις χαρακιές των προσώπων μας. Σημάδια αδυναμίας που μας υποτάσσουν στη μεγαλύτερη απειλή των ζωών μας. Το θάνατο! Ασελγούμε πάνω στη ματαιότητα φαιδροί, δίχως τύψεις για τη πράξη αυτή που μας προκαλεί ρίγη και σύγχυση. Ο χρόνος παίρνει δύναμη από τη συνήθεια. Μας νικά με τη ρουτίνα του. Μας κάνει δούλους. Ας σηκώσουμε το κεφάλι μας αποφασιστικά κοιτάζοντας την ορθότητα της υπέροχης πράξης μας που μας ελευθερώνει από τις αλυσίδες κάθε τύπου δειλίας. Ποίηση! Η υπεροχή της μας μαγεύει, η ουσία της μας καθιστά ικανούς για τα πάντα! Κάθε δημιούργημα, αποτύπωμα του πραγματικού μας εαυτού, κάθε ατόπημα μια χαραμάδα φωτός μες το σκοτάδι των προσδοκιών μας. Ο χρόνος δε φθείρει τη διαίσθηση, ο χρόνος δεν εμποδίζει την έμπνευση, μονάχα την καταστέλλει και την ωριμάζει. Η έμπνευση σταματά όταν σταματά η ζωή. Πώς αλλιώς! Μονάχα τότε τα μάτια που σβήνουν θα δώσουν ζωή στις εικόνες και στις λέξεις, θα δώσουν την πιο ευγενική μορφή της αθανασίας στη μορφή που είχε το σώμα του καλλιτέχνη. Και η ψυχή του, καράβι που ξαποσταίνει για το άγνωστο. Χωρίς απληστία θα ολοκληρωθείς, χωρίς ματαιοδοξία θα σεβαστής, χωρίς μισαλλοδοξία θα αποκαλυφθείς! Εμπρός λοιπόν για το καινούριο! Άφοβα με μια δίνη στο στόμα και στο χέρι συγκατάνευση και αλήθεια. Μόνο η σιωπή μας καταλαβαίνει, μόνο το όνειρο μας συντροφεύει, και η πραγματικότητα δέλεαρ για τους τολμηρούς.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Η ανθρώπινη κατάντια σε όλο της το μεγαλείο!


Ιδού! Η ανθρώπινη κατάντια σε όλο της το μεγαλείο! Οι ‘’δήθεν’’ παρασημοφορημένοι για την αθλιότητα των πράξεων τους, χαμογελούν κάτω από τις τέντες της ντροπής, πίσω από τα μικρόφωνα, ξεστομίζοντας υπερήφανοι λέξεις θλίψης! Αναρωτιέμαι… αξίζει στην ειλικρίνεια να ντύνεται με τα ρούχα της ντροπής; Ποζάρουν υπερήφανοι παρασυρμένοι από τις κολακείες των θαμώνων. Η πραγματική ποίηση είναι παντελώς απούσα σε τέτοιες εκδηλώσεις. Φοβάται να αντικρύσει τα πλαστά αυτά πρόσωπα! Τις πόζες τους περιφρονώ! Τους μπερέδες τους, τα μακριά περιποιημένα κασκόλ τους, τα λευκά μούσια τους που φανερώνουν σοφία! Αρέσκονται να ακούν τα χειροκροτήματα για να ισχυροποιούν το ‘’Εγώ’’ τους! Το ‘’Είναι’’ τους ανύπαρκτο, όσο και να προσπαθούν να πείσουν τους γύρω τους πως η ποίηση είναι το πάν, οι ίδιοι προδίδουν τις αισχρές προθέσεις τους. Η υποκριτική καλύπτει την ουσία της ποίησης! Ένα φθηνό παρακμιακό θέατρο γεννιέται με κάθε τους λέξη. Η σκηνή όμως μπορεί εύκολα να πάρει φωτιά τυλίγοντας με την έννοια της κάθαρσης τα φθαρτά κορμιά τους! Αυτός ο θάνατος θα είναι ο πρώτος και ο τελευταίος! Η ανειλικρίνεια του ποιητικού τους λόγου θα χαθεί μαζί τους! Σκεφτείτε μονάχα ποιοί ποιητές έχουν ξεχαστεί και ποιοί ζουν ακόμα επειδή ο ποιητικός τους γνήσιος λόγος και ο τρόπος που έζησαν μερικές φορές και που πέθαναν, παρέμεινε αναλλοίωτος στο χρόνο. Δυστυχώς κέρδισαν την ενδοκοσμική δόξα ακόμη και όσοι δεν την άξιζαν! Και τη κέρδισαν από όσους συνεχίζουν να τους δίνουν σημασία, από τους ομοίους τους που είναι περισσότεροι από τους υπόλοιπους. Και ποιοι είναι οι υπόλοιποι; Όσοι έγραψαν σε μια μικρή κάμαρα, με το παράθυρο ανοιχτό προς τον ήλιο, σκυμμένοι πάνω στο γραφείο τους με ένα συνηθισμένο στυλό ή πένα, καθισμένοι πάνω σε ένα βράχο στη θάλασσα ή κάτω από ένα πεύκο στο βουνό. Σε μια ερημική παραλία τις καλοκαιρινές νύχτες ή στα έρημα λιμάνια τον χειμώνα. Ακούγοντας τη φθινοπωρινή βροχή να πέφτει ρυθμικά στις στέγες των σπιτιών τους, ή θαυμάζοντας τα χρώματα της άνοιξης! Εκείνους που αναζήτησαν την αλήθεια στη μοναχικότητα κρατώντας ένα υπέροχο βιβλίο. Εκείνους που θέλησαν να μοιραστούν με τον σύντροφο τους ή κάποιον καλό φίλο τους στίχους τους, θέλοντας να τους καταλάβουν! Εκείνους που τύπωσαν κάποια συλλογή ποιημάτων χωρίς να  κάνουν διαφήμιση. Μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη τους μες τη ζωή! Επειδή ζωή χωρίς δημιουργία δεν είναι τίποτα! Κι ο θάνατος βαρύς σαν τη συνήθεια! Έχετε γεια εσείς που έχετε την εντύπωση πως θα κερδίσετε τη  ζωή με τις δημόσιες σχέσεις σας! Έχετε γεια ακάθαρτοι ύμνοι των ποιημάτων σας, μολυσμένοι από την άγνοια και την αλαζονεία σας! Έχετε γεια πλαστικά πρόσωπα δήθεν συγκινημένα από τις επευφημίες του κοινού σας!